Η

ηβόρρα=αύρα,

ηβόρριζα=λίχνιζα,

ηβορρίζω=λιχνίζω,

ηβορρίουμαι=λιχνίζομαι,

ηβόρτσα=λίχνισα,

ηβωρίζνε=λιχνίζουν,

ηβωρίζω=λιχνίζω,

ηβώρισμαν=λίχνισμα,

ήγκα=έφερα,

ηγκορέα=κόρη ματιού,

ηλάζνε=γαβγίζουν,

ηλάζω=γαβγίζω,

ηλαίνομαι=παθαίνω ηλίαση,

ήλαξον=γάβγισε,

ηλάσκουμαι=ηλιάζομαι,

ηλάστα=ηλιάστηκα,

ηλείφ=σαπουνήστρα,

ήλεμ=ήλιε μου,

ηλέπαρμαν=ανατολή ηλίου,

ηλέπορος=προσήλιος,

ηλεφωταταγμένος=ηλιοφώτιστος,

ηλιάσκουμαι=λιάζομαι,

ηλίασμαν=ήλιασμα,

ηλικιασμέμνος=ηλικιωμένος,

ηλικίουμαι=ηλικιώνομαι,

ηλικιώθα=ηλικιώθηκα,

ηλοβασίλεμαν=ηλιοβασίλεμα,

ηλοκαμένος=ηλιοκαμένος,

ηλοκαπάτεμαν=ηλιοσκέπασμα,

ήλον=ήλιος,

ηλοξάψιμον=λιοπύρι,

ηλοχάραγμαν=ανατολή ήλιου,

ημέρεμαν=ημέρευση,

ημερεύ=ημερώνει,

ημερκόν=μεροκάματο,

ημερομίστιν=ημερομίσθιο,

ημερούμαι=εξημερώνομαι,

ημερούνταν=εξημερώνονται,

ημερώθα=ξημερώθηκα,

ημέρωμα=ξημέρωμα,

ημέρωσα=ημέρεψα,

ήμπαν= οπουδήποτε,

ημσά=μισά,

ημσόν=μισό,

ημσός=μισός,

ήνταν=οτιδήποτε,ότι,

ήπαρη= συκώτι,

ησυχασία = ησυχία,

ήσυχεσα=ήσυχη,

ησυχίζω=ησυχάζω,

ητεύω=δελεάζω,

ηύρα=βρήκα,

ηυρήκω=βρίσκω,

ήψα=άναψα

Λεξικό

Λεξικό
Αναζητήστε ποντιακές λέξεις  και φράσεις κ δείτε τη σημασία τους στα ελληνικά και αγγλικά! Ποντιακά ...

Συνταγές

Υλικά   - 400 γραμ. υβριστόν - νερό για το βρασμό - λίγο αλάτι - 2 κουτ. σούπας βούτυρο   για το αλμυρό: - κεφαλοτύρι ή τυρί φέτα   για το...
Υλικά   - ½ κιλό πλιγούρι - ½ κιλό καβουρμά (χοιρινό βρασμένο, κατεψυγμένο) - 2 κούπες σάλτσα ντομάτας - 1 ματσάκι μαϊντανό - 1 κουτ. σούπας αποξηραμένα λαχανικά...
Υλικά για 4 άτομα:   - 1 ποτήρι νερού κορκότο (σπασμένο στάρι) - ½ κιλό στραγγιστό γιαούρτι - ½ ξερό κρεμμύδι κομμένο σε λεπτές φέτες - λίγο αλάτι -...

Τραγούδια

Ζίπα-ζίπ η καρδία μ'γομάτον όνεραλάσκεται απάν σα παρχάριασα κρύα νεράΚάθουμαι ώρας και νουνίζωμικρόν πουλόπο μ'την ανάσμα σ' να έρται κρούειαπάν' σο πρόσωπο...
Αφορισμένον γενεάνδιαβόλ' γεννεμασέανάλλο αδακές 'κ' ετέρεσες'κ' εδώκες σημασέαν(Ρεφραίν)Σιπ-σιπ κι άμον ελαίακι άμον αυλακί τσιχρίτεςάμον αυλακί τσιχρίτεςκι...
Εσκέμιναν τ’ ολόερα σ’ αρ’ έγρυναν τ’ αυλία σ’, άλλο ‘κ’ έκσα την καλατσή σ’ πουλόπο μ’ , τη λαλία σ’. Τ’ ομμάτια τσ’ άμον θάλασσα να’σαν που κολυμπάει,...
This site is powered by neoweb unit of inventics Corporation