Ω

ωβά=αυγά,

ωβάζνε=γεννούν αυγά,

ωβάζω=γεννώ αυγά,

ώβασμαν=ωοτοκία,

ωβαστάριν=κοτέτσι,

ωβατσής=αβγουλάς,

ωβόν=αυγό,

ωβόπον=αβγουλάκι,

ωβότζεπλον=κέλυφος αβγού,

ωδίνα=συμφορά,

ώι=ωχ,

ώκνεινα=τεμπέλιαζα,

ώκνησα=τεμπέλιασα

ωκνώ=τεμπελιάζω,

ωλένα=αγκαλιά,

ωμέσα=ωμή,

ωμία=ώμοι,

ωμίν=ώμος,

ωμίτζ=ώμος,

ωμίτζαι=ώμοι,

ωμοπλάτ=ράχη,

ωμοπλατίτζ=ωμοπλάτη,

ωμόυπνος=αγουροξυπνημένος,

ωμόφορον=ωμοφόριο,

ωμόχλον=χλιαρό,

ωξίαζα=άξιζα,

ωράγα=φυλάχτηκα,

ωράγουμαι=φυλάγομαι,

ωράγουμνε=φυλαγόμουν,

ωράζω=φυλάγω,

ωράουμαι=φυλάγομαι,

ωράουμνε=φυλαγόμουν,

ώρας=ώρες,

ωρωματέστα=ονειρεύτηκα,

ωρωτέθα=ρωτήθηκα,

ως να=ώσπου να,

ώσαμε=μέχρι/ως,

ωσάν=όταν,

ωσπουτά=εφόσον/ενόσω,

ώστα=μέχρις ότου,

ωτία=αυτιά,

ωτίν=αυτί,

ωτόπον=αυτάκι,

ωτόπονος=πόνος αυτιού,

ωφέλανα=ωφελούσα,

ωφέλεσα=ωφέλησα,

ωφλάεμαν=στέναγμα,

ωφλαεύω=στενάζω,

ωφλαύω=στενάζω,

ώχλεψα=μετακίνησα,

ωχράζω=κιτρινίζω

Λεξικό

Λεξικό
Αναζητήστε ποντιακές λέξεις  και φράσεις κ δείτε τη σημασία τους στα ελληνικά και αγγλικά! Ποντιακά ...

Ανέκδοτα

Ήταν κάποτε ένας Ιταλός ένας Ισπανός και ένας Πόντιος και τους λένε θα πετάξετε από ένα πράγμα πάνω από το σπίτι σας, πετάει λοιπόν ο Γερμανός ένα...
Ένας μαύρος περπατά κάπου στη Ν. Αφρική και ξαφνικά βλέπει ένα πορτοφόλι...   Το ανοίγει και βλέπει μέσα $200.000 και ένα διαβατήριο.   Το διαβατήριο...

Συνταγές

Υλικά για περίπου 45 κομμάτια   για τη ζύμη:   - αλεύρι όσο πάρει (γύρω στο 1 κιλό) - 1 ποτήρι νερό - 1 αυγό - αλάτι   για τη γέμιση: - ½...
Υλικά   - 400 γραμ. υβριστόν - νερό για το βρασμό - λίγο αλάτι - 2 κουτ. σούπας βούτυρο   για το αλμυρό: - κεφαλοτύρι ή τυρί φέτα   για το...
Υλικά   - 2 κούπες γάλα - 1 κυβάκι μπυρομαγιά - 1 μικρό φλιτζάνι του καφέ ξίδι - 1 κουτάλα ελαιόλαδο - 6 αυγά - λίγο αλάτι - λίγο μέλι - αλεύρι,...

Τραγούδια

Σα ποτάμε ήλος παίρ'σα ρασόπα εχ(ι)όντζενεσήμερον 'κ' είδα 'σενεθάρρεσα έχροντζενΤα ποτάμε κλώσκουντανση χαμελέτας τα νεράεγώ τίναν αγαπώαγαπώ ατεν κρυφάΟυρανόν...
Θειήτσαμ το κορτσόπο σουΤην έμορφον την Όλια {δις}Σον πανωήρ μη στηλτς ατένΘα καίει τα ψήα όλια {δις}ΡεφρένΘεία μ' ατέ η νουσσαλού μ'Η νουσαλού μ' η ΌλιαΤα...
Σο παρχάρι κι πάγωΆλλο κι παρχαρεύω, ούι αμανΘεία μερ’ εν τω κορτσόποςΆλλο κι μασκαρεύω, ούι αμανΤ’ έμερα τα κοσαρεαΣην φωλέα κι οβάζνε, ούι αμανΤ’ έμορφα...
This site is powered by neoweb unit of inventics Corporation