Ω

ωβά=αυγά,

ωβάζνε=γεννούν αυγά,

ωβάζω=γεννώ αυγά,

ώβασμαν=ωοτοκία,

ωβαστάριν=κοτέτσι,

ωβατσής=αβγουλάς,

ωβόν=αυγό,

ωβόπον=αβγουλάκι,

ωβότζεπλον=κέλυφος αβγού,

ωδίνα=συμφορά,

ώι=ωχ,

ώκνεινα=τεμπέλιαζα,

ώκνησα=τεμπέλιασα

ωκνώ=τεμπελιάζω,

ωλένα=αγκαλιά,

ωμέσα=ωμή,

ωμία=ώμοι,

ωμίν=ώμος,

ωμίτζ=ώμος,

ωμίτζαι=ώμοι,

ωμοπλάτ=ράχη,

ωμοπλατίτζ=ωμοπλάτη,

ωμόυπνος=αγουροξυπνημένος,

ωμόφορον=ωμοφόριο,

ωμόχλον=χλιαρό,

ωξίαζα=άξιζα,

ωράγα=φυλάχτηκα,

ωράγουμαι=φυλάγομαι,

ωράγουμνε=φυλαγόμουν,

ωράζω=φυλάγω,

ωράουμαι=φυλάγομαι,

ωράουμνε=φυλαγόμουν,

ώρας=ώρες,

ωρωματέστα=ονειρεύτηκα,

ωρωτέθα=ρωτήθηκα,

ως να=ώσπου να,

ώσαμε=μέχρι/ως,

ωσάν=όταν,

ωσπουτά=εφόσον/ενόσω,

ώστα=μέχρις ότου,

ωτία=αυτιά,

ωτίν=αυτί,

ωτόπον=αυτάκι,

ωτόπονος=πόνος αυτιού,

ωφέλανα=ωφελούσα,

ωφέλεσα=ωφέλησα,

ωφλάεμαν=στέναγμα,

ωφλαεύω=στενάζω,

ωφλαύω=στενάζω,

ώχλεψα=μετακίνησα,

ωχράζω=κιτρινίζω

Λεξικό

Λεξικό
Αναζητήστε ποντιακές λέξεις  και φράσεις κ δείτε τη σημασία τους στα ελληνικά και αγγλικά! Ποντιακά ...

Συνταγές

Υλικά   - 400 γραμ. υβριστόν - νερό για το βρασμό - λίγο αλάτι - 2 κουτ. σούπας βούτυρο   για το αλμυρό: - κεφαλοτύρι ή τυρί φέτα   για το...
Υλικά   - 2 μπουτάκια κοτόπουλο - ½ σακούλι γιουφκά - 2 κουτ. σούπας μαργαρίνη - αλατάκι - λαδάκι - νερό για το βρασμό   Διαδικασία   Αρχικά...
Τα ποντιακά τα τσιριχτά είναι τα φημισμένα ελλενικά «λουκουμάδες» σα ελλενικά τα ζαχαροπλαστεία. Βέβαια σα ζαχαροπλαστεία κςύνουν...

Τραγούδια

Την κάρδια μ' θα σκίζα το θ' έχω δυο καρδίαςσ' έναν θα βάλω τα καημούς, σ' άλλο τ' αρωθυμίαςΡεφρεντο αίμαν νέρον κι ίνεται κι οι ρώμιοι κι τουρκεύνεκι...
In dereye dereye kız ha böyle nereye kapısından gecerken cıkıyor pencereye Ρεφρέν (τουρκ.)Yemin ederim yemin sevdim seni yasemin sen beni sevmediğine nasıl...
Γιοσμάς ειμαί γιοσμάς ειμαίχτενίζω τα μαλλία μ'γιοσμάδικα τραωδώκώδων εν η λαλία μ'ΕπωδόςΠουρνάρι τσιτσεκόποννα λελεύω σεν εγώάϊτε παμ' σ' εμέτεραστρωμένον...
This site is powered by neoweb unit of inventics Corporation